Ο Σύνδεσμος Τραπεζών Κύπρου (ΣΤΚ) και τα μέλη του εκφράζουν τον έντονο προβληματισμό τους σε σχέση με τις υπό συζήτηση προτάσεις νόμου που τροποποιούν το πλαίσιο των εκποιήσεων.
Σε σημείωμά του που προώθησε στη βουλή με αφορμή τη σημερινή συζήτηση των προτάσεων στην επιτροπή οικονομικών, αναφέρει ότι ότι «τυχόν ψήφιση των προτάσεων νόμου θα επιφέρει αρνητικές επιπτώσεις στα Πιστωτικά Ιδρύματα (ΠΙ), στη σταθερότητα του χρηματοπιστωτικού συστήματος και πιθανότατα στην πιστοληπτική διαβάθμιση της κυπριακής οικονομίας αφού θα αναστείλουν το χρονοδιάγραμμα και τις διαδικασίες εκποίησης ακινήτων».
Σημειώνεται ότι, στο υφιστάμενο πλαίσιο περιέχονται αξιόπιστοι δικονομικοί μηχανισμοί, όπου στις περιπτώσεις που υπάρχουν βάσιμοι λόγοι αναστολής της διαδικασίας εκποίησης οι οφειλέτες έχουν τη δυνατότητα να εξασφαλίσουν σχετικό απαγορευτικό διάταγμα αλλά και να προσφύγουν στον Φορέα Επίλυσης Χρηματοοικονομικών Διαφορών για θέματα χρεώσεων, καταχρηστικών ρητρών και διαμεσολάβησης.
«Οι συνεχείς προσπάθειες τροποποίησης του πλαισίου εκποιήσεων δια μέσου των διαφόρων Προτάσεων Νόμου κινδυνεύουν να καταστίσουν τη διαδικασία εκποίησης ατελέσφορη και αναποτελεσματική, δυσχεραίνοντας την ανάκτηση χρεών λόγω των χρονοβόρων καθυστερήσεων των Δικαστηρίων», τονίζει.
Ιδιωτικό χρέος
Όπως αναφέρει ο Σύνδεσμος, σε όλες τις εκθέσεις αξιολόγησης της κυπριακής οικονομίας που δημοσιεύουν οι οίκοι αξιολόγησης πιστοληπτικής διαβάθμισης, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο και άλλοι, αναφέρουν ότι η διαχείριση του πολύ υψηλού ιδιωτικού χρέους παραμένει η μεγαλύτερη πρόκληση της οικονομίας.
«Το πρόβλημα του πολύ υψηλού ιδιωτικού χρέους χρειάζεται να τύχει μιας ολιστικής διαχείρισης και οριστικής διευθέτησης. Το χρέος αυτό δεν αφορά δανεισμό που παραχωρήθηκε τα τελευταία χρόνια αλλά δάνεια σε καθυστέρηση τα οποία χρονολογούνται για δεκαετίες, έχουν τερματιστεί, βρίσκονται στα δικαστήρια και σε πολλές περιπτώσεις υπάρχουν και δικαστικές αποφάσεις», τονίζει.
«Το κλειδί επίλυσης του προβλήματος σχετίζεται άμεσα με τη βιωσιμότητα του οφειλέτη, τη δυνατότητα του να αποπληρώσει το χρέος και τη συνεργασία που επιδεικνύει για επίλυση του προβλήματος. Η αναστολή της εκποίησης και η ατέρμονη δικαστική διαδικασία δεν είναι διέξοδος ούτε και επιλύει το πρόβλημα, αντίθετα διαιωνίζει την υφιστάμενη κατάσταση αβεβαιότητας, αναβάλει την όποια διευθέτηση και συνεχίζει να κρατά τον οφειλέτη εκτός τραπεζικών υπηρεσιών», υπογραμμίζει.
Φορέας Εξώδικης Επίλυσης Χρηματοοικονομικών Διαφορών
Κάτι που πρέπει να προβληματίσει, αναφέρει ακόμη, είναι και το γεγονός ότι ενώ με τις τροποποιήσεις του 2023 έχει δοθεί η δυνατότητα του οφειλέτη να προσφύγει στην Χρηματοοικονομικό Επίτροπο για να επιβεβαιώσει το απαιτούμενο χρέος και μέχρι τότε να ανασταλεί η διαδικασία εκποίησης, δεν υπήρξε καθόλου ενδιαφέρον από πλευράς οφειλετών. Σύμφωνα με τα στοιχεία της Χρηματοοικονομικής Επιτρόπου το 2025 είχαν υποβληθεί περίπου +/-200 αιτήματα για αναστολή εκποίησης και μόνο 6 αιτήματα για εξέταση καθορισμού του υπολοίπου του χρέους. Τα 5 αιτήματα απορρίφθηκαν διότι υπήρχε ήδη δικαστική απόφαση και το 1 δεν εξετάστηκε διότι το απέσυρε ο αιτητής. Θα ήταν αναμενόμενο ότι οι 200 οφειλέτες που υπέβαλαν αίτημα αναστολής εκποίησης θα υπέβαλλαν ταυτόχρονα και αίτημα στην Χρηματοοικονομική Επίτροπο να εξετάσει και να αποφασίσει για το οφειλόμενο χρέος αφού αυτό είναι που στις πλείστες περιπτώσεις αμφισβητεί ο οφειλέτης.





