Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή επεξεργάζεται επιλογές για τη μείωση του ενεργειακού κόστους στην Ευρώπη, χωρίς όμως να τίθεται υπό αμφισβήτηση συνολικά ο σημερινός σχεδιασμός της αγοράς ηλεκτρικής ενέργειας, σύμφωνα με την εκπρόσωπο της Κομισιόν για θέματα ενέργειας, Άννα-Κάισα Ίτκονεν, η οποία και ενημέρωσε σχετικά τον Τύπο το μεσημέρι της Τετάρτης στις Βρυξέλλες.
Απαντώντας σε ερωτήματα σχετικά με την αναφορά της Προέδρου της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν στο Άλντεν Μπίζεν, ότι στο ερχόμενο Ευρωπαϊκό Συμβούλιο, η ίδια θα φέρει «διαφορετικές επιλογές και ευρήματα σχετικά με το αν είναι καιρός να προχωρήσουμε στον σχεδιασμό της αγοράς ενέργειας» ή αν η ΕΕ θα παραμείνει με αυτό τον σχεδιασμό σε επίπεδο αγοράς, η κ. Ίτκονεν είπε ότι η Πρόεδρος ήταν ιδιαίτερα σαφής σχετικά με τα επόμενα βήματα ενόψει της συζήτησης στο Ευρωπαϊκό Συμβούλιο. Συνέχισε, λέγοντας πως η ίδια η Πρόεδρος επισήμανε ότι η Ευρώπη αντιμετωπίζει ένα διαρθρωτικό πρόβλημα που διατηρεί τις τιμές ενέργειας υψηλές. «Στην Ευρώπη υπάρχει ένα διαρθρωτικό ζήτημα που κρατά τις τιμές ενέργειας υψηλές και θέτει σε μειονεκτική θέση την ανταγωνιστικότητα και τη βιομηχανία μας, ενώ φυσικά επιβαρύνει και τους πολίτες όταν έχουν να πληρώσουν τόσο υψηλούς λογαριασμούς» είπε.
Η Εκπρόσωπος της Επιτροπής εξήγησε ότι η πρόεδρος παρουσίασε τέσσερις βασικούς παράγοντες που συνθέτουν την τελική τιμή της ενέργειας. Όπως ανέφερε, «οι τέσσερις βασικές συνιστώσες είναι το ίδιο το κόστος της ενέργειας, τα τέλη δικτύου, οι φόροι και οι επιβαρύνσεις και το κόστος του άνθρακα. Κατά μέσο όρο τα τέλη δικτύου αντιστοιχούν περίπου στο 20% της τιμής, οι φόροι και οι επιβαρύνσεις γύρω στο 15% και το κόστος άνθρακα περίπου στο 11%. Το υπόλοιπο, που είναι λίγο περισσότερο από το μισό της τελικής τιμής, αφορά το κόστος στη χονδρεμπορική αγορά». Ωστόσο διευκρίνισε ότι τα ποσοστά αυτά δεν είναι ίδια σε όλα τα κράτη-μέλη, καθώς «μπορούν να διαφέρουν λίγο, ανάλογα με το ενεργειακό μείγμα κάθε χώρας».
Νωρίτερα στην Ολομέλεια του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου στο Στρασβούργο, η φον ντερ Λάιεν είχε τονίσει πως «είναι ζωτικής σημασίας να μειώσουμε τον αντίκτυπο στο κόστος όταν το φυσικό αέριο καθορίζει την τιμή της ηλεκτρικής ενέργειας». Ενώ πρόσθεσε πως η Κομισιόν κινείται προς την κατεύθυνση προετοιμασίας επιλογών για τη μεταρρύθμιση μιας αγοράς ηλεκτρικής ενέργειας όπου ο πιο ακριβός σταθμός παραγωγής ενέργειας που απαιτείται για την κάλυψη της ζήτησης καθορίζει την τιμή - συχνά ακριβό φυσικό αέριο. «Προετοιμάζουμε διαφορετικές επιλογές: καλύτερη χρήση των Συμφωνιών Αγοράς Ηλεκτρικής Ενέργειας και των συμβάσεων επί της διαφοράς, μέτρα κρατικής βοήθειας, διερεύνηση επιδοτήσεων ή ανώτατου ορίου στην τιμή του φυσικού αερίου», συμπλήρωσε το πρωί της Τετάρτης η πρόεδρος της Κομισιόν.
Σε ό,τι αφορά τον σχεδιασμό της αγοράς ηλεκτρικής ενέργειας, η Ίτκονεν τόνισε ότι η Επιτροπή δεν θεωρεί ότι απαιτείται συνολική αλλαγή του μοντέλου, αλλά εξετάζει παρεμβάσεις για να περιοριστεί η επίδραση του φυσικού αερίου στις τιμές ηλεκτρικής ενέργειας. Όπως δήλωσε, «υπάρχει συνολικά στήριξη για το υφιστάμενο σύστημα της αγοράς. Ωστόσο είναι κρίσιμο να μειώσουμε την επίδραση που έχει το φυσικό αέριο όταν καθορίζει την τιμή της ηλεκτρικής ενέργειας».
Στο πλαίσιο αυτό, η Επιτροπή επεξεργάζεται διάφορες επιλογές πολιτικής, οι οποίες θα παρουσιαστούν στους ηγέτες των κρατών μελών. «Η Επιτροπή προετοιμάζει διαφορετικές επιλογές, όπως η καλύτερη χρήση των συμφωνιών αγοράς ηλεκτρικής ενέργειας (power purchase agreements) και των συμβολαίων διαφοράς. Παράλληλα εξετάζουμε και το ενδεχόμενο επιδότησης ή ακόμη και επιβολής πλαφόν στην τιμή του φυσικού αερίου».
Η Εκπρόσωπος της Επιτροπής αναφέρθηκε επίσης στην κατάσταση των ευρωπαϊκών ηλεκτρικών δικτύων, τα οποία όπως σημείωσε αποτελούν βασική πρόκληση για την ενεργειακή μετάβαση. «Το ευρωπαϊκό ηλεκτρικό δίκτυο είναι το πιο διασυνδεδεμένο και ένα από τα καλύτερα στον κόσμο. Ωστόσο, δυστυχώς είναι αρκετά παλαιό και δεν είναι πλήρως κατάλληλο για το μέλλον, ιδιαίτερα αν θέλουμε να απορροφήσουμε πολύ περισσότερη ενέργεια από Ανανεώσιμες Πηγές» ανέφερε.
Όπως εξήγησε, το βασικό πρόβλημα εντοπίζεται τόσο στην ηλικία των υποδομών όσο και στις μεγάλες καθυστερήσεις στις αδειοδοτήσεις για νέα έργα. Για τον λόγο αυτό, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή εξετάζει τρόπους χρηματοδότησης και επενδύσεων για τον εκσυγχρονισμό των δικτύων. «Συζητούμε ήδη με τη βιομηχανία για να εντοπίσουμε τα βασικά εμπόδια που αντιμετωπίζουν. Τα κυριότερα ζητήματα είναι οι πολύ μακρές διαδικασίες αδειοδότησης αλλά και το γεγονός ότι οι υποδομές είναι παλιές και δεν έχουν σχεδιαστεί για τη μαζική ανάπτυξη των Ανανεώσιμων Πηγών Ενέργειας» είπε.
Τέλος, ερωτηθείσα για το ενδεχόμενο επανέναρξης εισαγωγών ρωσικών ορυκτών καυσίμων στην Ευρώπη, η Ίτκονεν ξεκαθάρισε τη θέση της Κομισιόν, παραπέμποντας στα λεγόμενα της ίδιας της Προέδρου ότι «η επιστροφή στα ρωσικά ορυκτά καύσιμα θα ήταν ένα στρατηγικό λάθος».
Σχετικά με τα άμεσα μέτρα μείωσης του κόστους για τους καταναλωτές, ευρωπαϊκή πηγή ανέφερε στο ΚΥΠΕ ότι δεν βρισκόμαστε ακόμη σε κρίση και ότι η μέχρι τώρα απόκριση θα μπορούσε να χαρακτηριστεί ως υπεραντίδραση, ενώ υπογράμμισε την ετοιμότητα της εργαλειοθήκης της κρίσης του 2022, επισημαίνοντας ωστόσο ότι μιλάμε για τη λειτουργία μιας αγοράς ενέργειας.
Πηγή: ΚΥΠΕ






