Η κάλπη των βουλευτικών εκλογών δεν προδικάζει το αποτέλεσμα των προεδρικών του 2028, αλλά αναμφίβολα αλλάζει το πολιτικό περιβάλλον μέσα στο οποίο θα κινηθεί ο Νίκος Χριστοδουλίδης για τη διεκδίκηση δεύτερης θητείας. Αν το 2023 εξελέγη ως ο υποψήφιος μιας ετερόκλητης αλλά λειτουργικής συμμαχίας, σήμερα τα δεδομένα δείχνουν ότι η συμμαχία αυτή έχει αποδυναμωθεί, το κομματικό σκηνικό έχει αναδιαταχθεί και η επόμενη διετία ενδέχεται να είναι πολύ πιο δύσκολη πολιτικά από ό,τι η πρώτη περίοδος της διακυβέρνησής του.
Τα μαθηματικά
Το πρώτο και πιο ουσιαστικό στοιχείο αφορά την ίδια τη μαθηματική βάση της εκλογής του. Ο Νίκος Χριστοδουλίδης δεν εξελέγη το 2023 ως υποψήφιος ενός μεγάλου παραδοσιακού κομματικού μηχανισμού, αλλά ως προϊόν μιας συμμαχίας κομμάτων του λεγόμενου ενδιάμεσου χώρου, σε συνδυασμό με σημαντικές διαρροές από τον ΔΗΣΥ και την ανοχή ή και υποστήριξη ψηφοφόρων από άλλους πολιτικούς χώρους στον δεύτερο γύρο. Το ΔΗΚΟ, η ΔΗΠΑ και η ΕΔΕΚ, που αποτέλεσαν τη βασική οργανωτική του ραχοκοκαλιά, συγκέντρωναν τότε περίπου το 25% του εκλογικού σώματος. Σήμερα, με βάση τα αποτελέσματα των βουλευτικών, η κοινή εκλογική τους δύναμη υποχωρεί περίπου στο 17%.
Αυτό δεν είναι απλώς μια αριθμητική απώλεια. Είναι ένδειξη πολιτικής αποδυνάμωσης των βασικών συμμάχων του Προέδρου. Και επειδή ο ίδιος δεν διαθέτει δικό του κομματικό μηχανισμό, αυτή η μεταβολή αποκτά ιδιαίτερη σημασία. Σε αντίθεση με έναν Πρόεδρο που στηρίζεται σε ένα ισχυρό κομματικό οικοδόμημα, ο Χριστοδουλίδης εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από τη διατήρηση της προσωπικής του εκλογικής απήχησης και από τη δυνατότητά του να συνθέτει ευρύτερες πολιτικές πλειοψηφίες.
Ο ΔΗΣΥ
Την ίδια στιγμή, ο ΔΗΣΥ βγαίνει από τις βουλευτικές με σαφώς ενισχυμένη αυτοπεποίθηση. Η πρωτιά με 27,1% δεν είναι μόνο εκλογική επιτυχία. Είναι πολιτική αποκατάσταση. Μετά την ήττα του 2023 και την εσωτερική κρίση που ακολούθησε, το κόμμα δείχνει ότι παραμένει ο ισχυρότερος οργανωμένος πολιτικός μηχανισμός της χώρας. Αυτό αλλάζει τις ισορροπίες σε σχέση με τις προεδρικές του 2028.
Το βασικό ερώτημα είναι κατά πόσο η επιτυχία αυτή καθιστά πιο πιθανή την αυτόνομη κάθοδο του ΔΗΣΥ με δικό του υποψήφιο. Η απάντηση, με τα σημερινά δεδομένα, είναι μάλλον ναι. Ένα κόμμα που έρχεται πρώτο με σχεδόν 28% δύσκολα θα αποδεχθεί με ευκολία τη λογική να στηρίξει ξανά έναν Πρόεδρο που προήλθε από διάσπαση του δικού του χώρου, εκτός αν υπάρξουν πολύ ειδικές συνθήκες. Η ψυχολογία του κόμματος αλλάζει. Από θέση άμυνας περνά σε θέση διεκδίκησης.
Αυτό δεν σημαίνει ότι αποκλείεται συνεργασία. Η κυπριακή πολιτική ιστορία έχει δείξει ότι οι προεδρικές εκλογές συχνά ανατρέπουν τις κομματικές γραμμές. Όμως σήμερα, η πιθανότητα ο ΔΗΣΥ να θελήσει να επανέλθει αυτόνομα στην εξουσία φαίνεται σαφώς αυξημένη.
Οι δυσκολίες
Παράλληλα, η νέα σύνθεση της Βουλής ενδέχεται να δημιουργήσει ένα ιδιαίτερα απαιτητικό πεδίο για την κυβέρνηση. Σε ένα προεδρικό σύστημα, βεβαίως, η κυβέρνηση δεν πέφτει μέσω κοινοβουλευτικής δυσπιστίας όπως σε κοινοβουλευτικά καθεστώτα. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι η Βουλή δεν μπορεί να προκαλέσει σοβαρή πολιτική φθορά.
Η δυσκολία ψήφισης νομοσχεδίων, οι τροποποιήσεις κυβερνητικών προτάσεων, η απόρριψη κρίσιμων μεταρρυθμίσεων ή ακόμη και η δημιουργία περιστασιακών αντιπολιτευτικών πλειοψηφιών, μπορούν να υπονομεύσουν ουσιαστικά το κυβερνητικό έργο. Αν ο Πρόεδρος εμφανίζεται να αδυνατεί να περνά βασικές πολιτικές του επιλογές, τότε η εικόνα αποτελεσματικότητας πλήττεται.
Και εδώ ακριβώς βρίσκεται ένας από τους μεγαλύτερους κινδύνους για τον Χριστοδουλίδη: η φθορά μέσω ακινησίας. Ο Κύπριος Πρόεδρος με βάση το Σύνταγμα του 1960 μπορεί να μην ανατρέπεται θεσμικά, αλλά μπορεί να φθαρεί πολιτικά αν δημιουργηθεί η εικόνα μιας κυβέρνησης που δεν μπορεί να κυβερνήσει.
Η θέση του ΔΗΚΟ
Σημαντικός παράγοντας θα είναι και η στάση των μέχρι σήμερα συμμάχων του. Ειδικά το ΔΗΚΟ. Ο Νικόλας Παπαδόπουλος βρίσκεται σε μια λεπτή πολιτική θέση. Από τη μία, η συμμετοχή στο κυβερνητικό σχήμα του προσφέρει πρόσβαση στην εξουσία και ρόλο στις εξελίξεις. Από την άλλη, υπάρχει πάντα ο κίνδυνος πολιτικής απορρόφησης, δηλαδή το κόμμα να χάνει αυτονομία χωρίς αντίστοιχο εκλογικό όφελος.
Αν το ΔΗΚΟ καταλήξει στο συμπέρασμα ότι η κυβερνητική συμμετοχή δεν αποδίδει πολιτικά, τότε οι επιλογές του μπορεί να αλλάξουν. Εδώ προκύπτει το ενδιαφέρον υποθετικό σενάριο: τι θα συνέβαινε αν ο Νικόλας Παπαδόπουλος δεχόταν πολιτική πρόταση για την προεδρία της Βουλής από άλλο πολιτικό μπλοκ;
Ένα τέτοιο ενδεχόμενο θα είχε σοβαρές συνέπειες. Όχι μόνο γιατί η προεδρία της Βουλής αποτελεί κορυφαίο θεσμικό αξίωμα με μεγάλη πολιτική προβολή, αλλά και γιατί θα έστελνε σαφές μήνυμα αναδιάταξης του πολιτικού σκηνικού. Ούτε ο ΔΗΣΥ ούτε το ΑΚΕΛ θα τον στήριζαν αν παρέμενε μέλος της Κυβέρνησης. Αν ο Νικόλας απομακρυνόταν από την κυβερνητική στήριξη, το κυβερνητικό μπλοκ θα αποδυναμωνόταν δραστικά.
Βεβαίως, ένα τέτοιο σενάριο δεν είναι απλό. Το ΔΗΚΟ θα έπρεπε να σταθμίσει το κόστος της αποχώρησης, τη σχέση του με τον Πρόεδρο, αλλά και τις δικές του προεδρικές φιλοδοξίες. Ο ίδιος ο Νικόλας Παπαδόπουλος θα έπρεπε να αποφασίσει αν τον συμφέρει περισσότερο ο ρόλος του κυβερνητικού εταίρου, του αυτόνομου διεκδικητή ή του ρυθμιστή των εξελίξεων.
Το ΕΛΑΜ
Σε όλα αυτά προστίθεται και η μεταβλητή του ΕΛΑΜ. Παρότι το αποτέλεσμα δεν επιβεβαίωσε τις πιο επιθετικές προβλέψεις περί εκτόξευσης, το κόμμα παραμένει υπολογίσιμος παράγοντας. Η στάση του σε μελλοντικές προεδρικές εκλογές μπορεί να αποδειχθεί κρίσιμη, ιδιαίτερα αν ο δεύτερος γύρος εξελιχθεί σε αναμέτρηση με στενές ισορροπίες.
Το βασικό όμως ερώτημα για τον ίδιο τον Χριστοδουλίδη δεν είναι τόσο ποιοι τον στήριξαν το 2023, αλλά αν θα καταφέρει να πείσει ξανά ως Πρόεδρος. Η εκλογή ως υποψήφιος αλλαγής είναι διαφορετική από τη διεκδίκηση επανεκλογής ως εν ενεργεία Πρόεδρος. Τότε μπορούσε να υποσχεθεί ανανέωση. Το 2028 θα κριθεί από τον απολογισμό του.
Αν μέχρι τότε παρουσιάσει κυβερνητικό έργο, διατηρήσει υψηλή προσωπική αποδοχή και καταφέρει να διαχειριστεί τις κοινοβουλευτικές δυσκολίες, παραμένει ανταγωνιστικός. Αν όμως η επόμενη διετία κυριαρχηθεί από πολιτικά αδιέξοδα, θεσμικές συγκρούσεις και φθορά των συμμάχων του, τότε η πορεία προς δεύτερη θητεία θα γίνει εξαιρετικά δύσκολη.
Με τα σημερινά δεδομένα, ο Νίκος Χριστοδουλίδης δεν παύει να είναι ένας υπολογίσιμος παίκτης για το 2028. Αλλά για πρώτη φορά από την εκλογή του, η επανεκλογή του δεν μοιάζει αυτονόητη.







