Επιστολή προς τους νυν και τέως βουλευτές απέστειλε η διεύθυνση της Βουλής, ενημερώνοντάς τους ότι υπέχουν υποχρέωση υποβολής δήλωσης «Πόθεν Έσχες» έως τις 4/10/2026.
Η δήλωση θα υποβληθεί βάσει της νέας νομοθεσίας που ψήφισε η Βουλή, σύμφωνα με την οποία οι τέως βουλευτές υποχρεούνται να καταθέτουν ενώπιον της Ειδικής Κοινοβουλευτικής Επιτροπής για το Πόθεν Έσχες, πέραν της κατάστασης ενεργητικού και παθητικού της περιουσίας τους, κατάσταση εσόδων και εξόδων, καθώς και κατάσταση συμφιλίωσης της προσωπικής και επαγγελματικής τους περιουσίας, τόσο εντός όσο και εκτός της Δημοκρατίας. Η κατάσταση συμφιλίωσης θα πρέπει να επεξηγεί τη μεταβολή της καθαρής περιουσίας του τέως βουλευτή, η οποία επήλθε κατά τη χρονική περίοδο που κατείχε το αξίωμα του βουλευτή.
Οι εν λόγω δηλώσεις, οι οποίες περιλαμβάνουν και τα περιουσιακά στοιχεία των συζύγων, των συμβίων καθώς και των ανήλικων τέκνων, θα υποβάλλονται ηλεκτρονικά και θα ελέγχονται από το Τμήμα Φορολογίας.
Η νέα νομοθεσία, η οποία αφορά πέραν των βουλευτών και τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας, τους υπουργούς, τους υφυπουργούς και τους ευρωβουλευτές, παρέχει εξουσία στον έφορο φορολογίας να προβαίνει σε έλεγχο των καταστάσεων περιουσίας και να ενημερώνει την Ειδική Κοινοβουλευτική Επιτροπή για το «Πόθεν Έσχες» για τυχόν παρατηρήσεις και συμπεράσματά του. Επιπρόσθετα, του παρέχεται εξουσία να διεξάγει περαιτέρω ειδική έρευνα αναφορικά με συγκεκριμένο υπόχρεο πρόσωπο. Στόχος, η διαπίστωση τυχόν περιπτώσεων φοροδιαφυγής, αθέμιτου πλουτισμού και διαφθοράς.
Οι υποχρεώσεις
Ο αναπληρωτής γενικός διευθυντής της Βουλής, Ανδρέας Χριστοδούλου, με επιστολή του, ημερ. 4/6/2026, ενημέρωσε τους νυν και τους τέως βουλευτές, για τα ακόλουθα:
1 Κάθε βουλευτής υποχρεούται εντός τεσσάρων μηνών από την ημερομηνία ανάληψης του αξιώματός του να υποβάλει κατάσταση ενεργητικού και παθητικού της περιουσίας του.
2 Οι τέως βουλευτές υποχρεούνται, εντός τεσσάρων μηνών από την ημερομηνία της απώλειας του αξιώματος, να υποβάλουν επικαιροποιημένη κατάσταση ενεργητικού και παθητικού της περιουσίας τους, κατάσταση εσόδων και εξόδων για την περίοδο μεταξύ της προηγούμενης και της υποβαλλόμενης δήλωσης, όπως επίσης και κατάσταση συμφιλίωσης για την ίδια περίοδο.
3 Η υποχρέωση για εκ νέου υποβολή κατάστασης ενεργητικού και παθητικού της περιουσίας υφίσταται κάθε πέντε έτη.
4 Με την υποβολή των δηλώσεων και την ολοκλήρωση των ελέγχων από τον έφορο φορολογίας, οι δηλώσεις «Πόθεν Έσχες» θα αναρτώνται στην ιστοσελίδα της Βουλής. Θα διαγράφονται μετά την παρέλευση πέντε ετών από την ημερομηνία απώλειας του αξιώματος, εκτός εάν βρίσκεται σε εξέλιξη σχετική έρευνα.
Τι θα δηλώσουν
Οι νέοι βουλευτές θα πρέπει να υποβάλουν μέχρι τις 4/10/2026 κατάσταση ενεργητικού και παθητικού της περιουσίας τους.
Οι επανεκλεγέντες βουλευτές καθώς και οι τέως βουλευτές υποχρεούνται να υποβάλουν, εντός της ίδιας προθεσμίας, κατάσταση ενεργητικού και παθητικού της περιουσίας τους, κατάσταση εσόδων και εξόδων, καθώς και κατάσταση συμφιλίωσης της περιουσίας τους.
Οι υπό αναφορά καταστάσεις θα πρέπει να υποβληθούν στην ηλεκτρονική διεύθυνση της Ειδικής Κοινοβουλευτικής Επιτροπής για το «Πόθεν Έσχες» (pothen.esches@parliament.cy).
Άρση τραπεζικού απορρήτου
Η Ειδική Επιτροπή της Βουλής για το «Πόθεν Έσχες», αφού επιβεβαιώσει την υποβολή των δηλώσεων περιουσιακών στοιχείων από όλους τους νυν και τέως βουλευτές, οφείλει, σύμφωνα με τη νέα νομοθεσία, εντός 30 ημερών από την υποβολή τους, δηλαδή μέχρι τις 4/11/2026, να τις διαβιβάσει στον έφορο φορολογίας για τη διενέργεια ελέγχου, με σκοπό τη διαπίστωση της ορθότητας και της αλήθειας των στοιχείων που περιλαμβάνονται σε αυτές.
Στο πλαίσιο του ελέγχου, ο έφορος φορολογίας δύναται να ζητά οποιεσδήποτε διευκρινίσεις από τον ελεγχόμενο αξιωματούχο, να έχει πρόσβαση σε κρατικά αρχεία και υπηρεσίες οποιουδήποτε υπουργείου ή τμήματος της δημόσιας υπηρεσίας για την εξασφάλιση των αναγκαίων εγγράφων και στοιχείων, καθώς και να απαιτεί την προσκόμιση κάθε άλλου σχετικού εγγράφου.
Ο έφορος φορολογίας οφείλει να ολοκληρώνει τον έλεγχο εντός τριών μηνών και να υποβάλλει τις τυχόν παρατηρήσεις και συμπεράσματά του ενώπιον της Ειδικής Επιτροπής για το «Πόθεν Έσχες».
Σύμφωνα, πάντως, με την κείμενη νομοθεσία, ο έφορος φορολογίας δύναται να αρχίσει έρευνα εναντίον ελεγχόμενου αξιωματούχου μόνο εφόσον έχει τεθεί ενώπιον της Ειδικής Επιτροπής για το «Πόθεν Έσχες» γραπτή ένορκη καταγγελία, στην οποία παρατίθενται συγκεκριμένα στοιχεία, ή όταν από τον έλεγχο των υποβληθεισών καταστάσεων διαπιστωθεί ότι έχουν υποβληθεί αναληθή, παραποιημένα ή παραπλανητικά στοιχεία.
Στο πλαίσιο της έρευνάς του, ο έφορος φορολογίας δύναται να προβαίνει σε άρση του τραπεζικού ή/και χρηματιστηριακού ή/και φορολογικού απορρήτου του υπόχρεου προσώπου, ενημερώνοντας γραπτώς το πρόσωπο το οποίο αφορά η έρευνα.
Πόρισμα και ποινικές διώξεις
Με την ολοκλήρωση της έρευνας, ο έφορος φορολογίας συντάσσει πόρισμα, το οποίο υποβάλλει ενώπιον της Ειδικής Επιτροπής για το «Πόθεν Έσχες». Πριν από τη σύνταξη της έκθεσής της αναφορικά με τη διενεργηθείσα ειδική έρευνα, η επιτροπή παρέχει στο επηρεαζόμενο πρόσωπο το δικαίωμα να ακουστεί.
Στην έκθεση της Ειδικής Επιτροπής καταγράφονται τα πραγματικά περιστατικά της υπόθεσης, τα ευρήματα που περιλαμβάνονται στο πόρισμα του εφόρου φορολογίας, καθώς και οι θέσεις του επηρεαζόμενου υπόχρεου προσώπου. Η έκθεση κοινοποιείται ως ακολούθως:
Στον Πρόεδρο της Δημοκρατίας, εφόσον αφορά υπουργό ή υφυπουργό.
Στον πρόεδρο της Βουλής, εφόσον αφορά βουλευτή ή ευρωβουλευτή. Στην περίπτωση ευρωβουλευτή, η έκθεση κοινοποιείται επίσης στον πρόεδρο του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου.
Στα μέλη της σύσκεψης των αρχηγών ή εκπροσώπων των πολιτικών κομμάτων, εφόσον αφορά τον πρόεδρο της Βουλής.
Στον πρόεδρο της Βουλής, εφόσον αφορά τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας.
Σε περίπτωση που διαπιστωθεί διαφοροποίηση περιουσιακών στοιχείων χωρίς επαρκείς και τεκμηριωμένες εξηγήσεις, ο ελεγχόμενος αξιωματούχος θα υπόκειται στις διατάξεις του περί της Παρεμπόδισης και Καταπολέμησης της Νομιμοποίησης Εσόδων από Παράνομες Δραστηριότητες Νόμου. Τα ευρήματα του ελέγχου θα διαβιβάζονται στον γενικό εισαγγελέα, για τη διεξαγωγή ποινικής έρευνας.
Σύμφωνα με τη νέα νομοθεσία, οποιοδήποτε πρόσωπο παρεμποδίζει, με οποιονδήποτε τρόπο, το έργο της Ειδικής Επιτροπής για το «Πόθεν Έσχες» ή του εφόρου φορολογίας διαπράττει αδίκημα και, σε περίπτωση καταδίκης, υπόκειται σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις €5.000 ή σε ποινή φυλάκισης έως ενός έτους ή και στις δύο αυτές ποινές.






