Η χρηματοδότηση των πολιτικών κομμάτων από το κράτος διαχρονικά δικαιολογείται ως αναγκαίο μέσο για τη στήριξη της δημοκρατίας. Εν ολίγοις, αποσκοπεί στη διασφάλιση ίσων όρων πολιτικού ανταγωνισμού, στον περιορισμό της εξάρτησης των κομμάτων από ιδιωτικά οικονομικά συμφέροντα και στην ενίσχυση της διαφάνειας στη δημόσια ζωή.
Με αφορμή την επιστολή του Γενικού Ελεγκτή προς την πρόεδρο της βουλής στην οποία αναφέρει ότι ζήτησε από το λογιστήριο του Σώματος να παγώσει προσωρινά την κρατική χορηγία προς τα κόμματα, εν αναμονή της γνωμάτευσης του Γενικού Εισαγγελέα κατά πόσο ενδείκνυται να υπάρξει συμψηφισμός 2,6 εκατ. ευρώ για ποσό χορηγίας το 2018 και το 2021 το οποίο κρίθηκε παράνομο.
Το θέμα αυτό, όπως το κατέγραψε χθες ο «Π», αναδεικνύει το ευρύτερο ζήτημα διαχείρισης των κρατικών χορηγιών στα κόμματα και επαναφέρει εκ των πραγμάτων ένα βασικό ζήτημα: υπό ποιες προϋποθέσεις δικαιούνται τα κόμματα να χρηματοδοτούνται από το δημόσιο ταμείο;
Η συζήτηση δεν μπορεί να εξαντλείται σε νομικές γνωματεύσεις, συμψηφισμούς ή διαδικαστικές ασάφειες μεταξύ Βουλής, Υπουργείου Οικονομικών και Νομικής Υπηρεσίας. Το ζήτημα θα πρέπει εκ νέου να συζητηθεί βαθύτερα και ενδελεχώς και θα πρέπει να αγγίζει τον ίδιο τον χαρακτήρα των πολιτικών κομμάτων ως θεσμών.
Αν τα κόμματα αποτελούν «κύτταρα της δημοκρατίας», όπως τα ίδια διατείνονται, τότε οφείλουν να λειτουργούν δημοκρατικά στο εσωτερικό τους. Όταν όμως η πολιτική πραγματικότητα αναδεικνύει, αν όχι επί του παρόντος αρχηγικά σχήματα αλλά με περιορισμένη συμμετοχή των μελών στη λήψη αποφάσεων και αδύναμους μηχανισμούς εσωτερικού ελέγχου, γεννάται εύλογα το ερώτημα για το πώς δύναται ένα κόμμα που δεν εφαρμόζει εσωτερική δημοκρατία να αξιώνει δημόσια χρηματοδότηση στο όνομα αυτής της δημοκρατίας.
Αλλά δεν είναι μόνο αυτό. Το ότι το κράτος αδυνατεί να ανακτήσει παράνομες χρηματοδοτήσεις, ουσιαστικά αναδεικνύει ένα σοβαρό πρόβλημα θεσμικής λογοδοσίας. Η αμέσως εντύπωση που εκ των πραγμάτων διαμορφώνεται είναι μια διάχυση των ευθυνών και απραξία ενω προφανώς δημιουργείται η εντύπωση ότι τα κόμματα απολαμβάνουν ένα καθεστώς ιδιότυπης ασυλίας. Στην πράξη, οι ίδιοι θεσμοί που θεσπίζουν τους κανόνες χρηματοδότησης είναι και οι άμεσοι ωφελούμενοι από αυτούς, γεγονός που συνιστά δομική σύγκρουση συμφέροντος και υπονομεύει την εμπιστοσύνη των πολιτών προς το πολιτικό σύστημα.
Το ζήτημα, εικάζουμε, θα γίνει το επόμενο διάστημα ακόμη πιο ακανθώδες με μια πιθανή διαφοροποίηση των σχημάτων που θα εκπροσωπούνται στη Βουλή. Πέραν της εύρυθμης λειτουργίας του ίδιου του Σώματος ή και το πολιτικό αλαλούμ που είναι δυνατόν να επικρατήσει, ίσως αναδυθεί μια νέα συζήτηση που αφορά τη δομή διαφόρων σχηματισμών που μπορεί να εκπροσωπηθούν στη νέα Βουλή.
Ο προβληματισμός, επομένως, δεν αφορά το αν τα κόμματα χρειάζονται πόρους για να λειτουργήσουν. Αφορά το αν η Πολιτεία μπορεί και πρέπει να επιχορηγεί πολιτικούς οργανισμούς χωρίς αυστηρούς, σαφείς και ελέγξιμους όρους δημοκρατικής λειτουργίας και οικονομικής λογοδοσίας. Χωρίς τέτοιες προϋποθέσεις, η κρατική χορηγία δεν επιτελεί τον θεσμικό της στόχο, ενώ μετατρέπεται από εργαλείο ενίσχυσης της δημοκρατίας σε μηχανισμό αυτοσυντήρησης της κομματοκρατίας.







