Το χτύπημα της Κυριακής στη Βρετανική Βάση Ακρωτηρίου άνοιξε μία μεγάλη συζήτηση πώς και από πού, από «μέρος της λύσης», όπως διαφήμιζε και δυστυχώς συνεχίζει να διαφημίζει η κυβέρνηση -δείχνοντας μία απογοητευτική άρνηση της πραγματικότητας- καταντήσαμε «μέρος του προβλήματος».
Κάποιοι θεωρούν ότι υπαίτιες για τη στοχοποίηση της Κύπρου είναι οι Βρετανικές Βάσεις και θυμήθηκαν ξαφνικά και στην πιο ακατάλληλη συγκυρία να θέτουν, μετά από 65 ολόκληρα χρόνια, θέμα απομάκρυνσής τους, κάνοντας ότι δεν γνωρίζουν πως η ύπαρξή τους είναι κατοχυρωμένη μέσα από τη Συνθήκη Εγκαθίδρυσης της Κυπριακής Δημοκρατίας και οποιαδήποτε μονομερής αλλαγή στη Συνθήκη αυτή, ενόσω τουλάχιστον παραμένει άλυτο το Κυπριακό, είναι παντελώς ανέφικτη.
Στην πραγματικότητα, όλοι το γνωρίζουν αυτό αλλά ανακινούν τέτοιο ζήτημα σήμερα για καθαρά δημαγωγικούς, λαϊκίστικους και μικροπολιτικούς λόγους.
Ανάμεσα σε αυτούς που έπεσαν στο λούκι αμφισβήτησης του καθεστώτος των Βρετανικών Βάσεων είναι και η ίδια η κυβέρνηση, η οποία, διά του εκπροσώπου της, δήλωνε τη Δευτέρα –αν είναι δυνατόν– ότι «δεν αποκλείουμε τίποτα». Μία δήλωση προϊόν ξεκάθαρα του πανικού της μετά το χτύπημα αλλά και μετάθεσης των δικών της ευθυνών, γιατί φτάσαμε στο σημείο να μπούμε στο στόχαστρο επιθέσεων από τη γύρω περιοχή.
Υπάρχουν και άλλοι που θεωρούν ότι φτάσαμε εδώ που φτάσαμε λόγω της ξεκάθαρης στροφής μας τα τελευταία χρόνια ως χώρας προς τη Δύση, άλλη μία εκτός πραγματικοτήτων και εκτός λογικής προσέγγιση.
Δεν είναι ούτε το «ανήκουμε στη Δύση» ούτε οι Βρετανικές Βάσεις που μας έφεραν στο «μάτι του κυκλώνα» αλλά οι παντελώς λανθασμένες πολιτικές αποφάσεις και χειρισμοί της κυβέρνησης τα τελευταία τρία χρόνια, που η ευρύτερη περιοχή μας συνταράσσεται από συγκρούσεις, αντιπαραθέσεις και πολέμους. Ανάλογες αστοχίες και λάθη υπήρχαν -για να είμαστε δίκαιοι- και επί της προηγούμενης κυβέρνησης, Αναστασιάδη, της οποίας ο νυν Πρόεδρος ήταν φυσικά κορυφαίο στέλεχος και διαμορφωτής εξωτερικής πολιτικής αλλά επί Προεδρίας Χριστοδουλίδη χάσαμε, σε μία φλεγόμενη και κατασπαρασσόμενη περιοχή, κάθε ίχνος ουδετερότητας και ταυτιστήκαμε απόλυτα με το ένα κομμάτι των συγκρούσεων.
Όταν ο Πρόεδρός μας γινόταν ο μόνος ξένος ηγέτης που επισκεπτόταν τον χασάπη Νετανιάχου και εναγκαλιζόταν μαζί του, εν μέσω της γενοκτονίας που συντελούσε στη Γάζα, γινόμασταν μέρος του προβλήματος.
Όταν αποφεύγαμε να καταδικάσουμε τη γενοκτονία σε διεθνή φόρα και οργανισμούς και κρυβόμασταν πίσω από αποχές και άλλα κόλπα, το ίδιο. Όταν μετατρέπαμε τη χώρα μας σε αμπελοχώραφο των Ισραηλινών, επίσης. Όταν εξαγγέλλαμε συμμαχίες, ασκήσεις και κοινά στρατιωτικά σχήματα με Ισραήλ, ΗΠΑ και Ελλάδα, το ίδιο. Όταν, σε αντίθεση με τους πλείστους Ευρωπαίους και επίσης Δυτικούς συμμάχους μας, αναλαμβάναμε περιχαρείς ρόλο κομπάρσου και χειροκροτητή στις φιέστες του Τραμπ για το περιβόητο Συμβούλιο «Ειρήνης» του, επίσης.
Για αυτά και άλλα πολλά καταλήξαμε «μέρος του προβλήματος» και «όχι της λύσης» και για αυτό υπάρχουν ευθύνες και υπεύθυνοι και δεν είναι άλλοι από τους σημερινούς κυβερνώντες.
Η υπεύθυνη, γενναία και αξιοθαύμαστα πατριωτική στάση του Ισπανού Πρωθυπουργού, Πέδρο Σάντσεθ, απέναντι στον Τραμπ και τις αξιώσεις του αποδεικνύει το αυτονόητο: Ότι μπορεί να ανήκεις στη Δύση, μπορεί να έχεις Βάσεις (αμερικάνικες μάλιστα) αλλά να μην μετατρέπεσαι σε μαριονέτα κανενός και να διατηρείς την ανεξαρτησία, ευθυκρισία και, κυρίως, τις αρχές και αξίες σου.





