Στα παιδιά η μεγαλύτερη έκθεση σε αφλατοξίνη - Πενταετής έρευνα βάζει στο μικροσκόπιο το αγελαδινό γάλα της Κύπρου

Header Image

Μόλις δύο από σύνολο 1.197 δειγμάτων ξεπέρασαν το ευρωπαϊκό όριο για την αφλατοξίνη Μ1, με τη συνολική εικόνα να κρίνεται καθησυχαστική

Η εικόνα για το αγελαδινό γάλα που παράγεται στην Κύπρο είναι καθησυχαστική. Από έλεγχο πέντε ετών και συνολικά 1.197 δειγμάτων, μόλις δύο βρέθηκαν πάνω από το ευρωπαϊκό όριο για την αφλατοξίνη Μ1. Η ίδια έρευνα, ωστόσο, φωτίζει και μια άλλη πλευρά, καθώς όταν η παρουσία της ουσίας συνδυάζεται με το πόσο γάλα καταναλώνουμε και το σωματικό μας βάρος, τα παιδιά είναι εκείνα που εμφανίζουν τη μεγαλύτερη εκτιμώμενη έκθεση. Ένα εύρημα που, όπως εξηγούν οι ερευνητές, δεν αλλάζει τις συστάσεις για την κατανάλωση γάλακτος, αλλά στρέφει την προσοχή στην ανάγκη να περιορίζεται η αφλατοξίνη όσο το δυνατόν περισσότερο, ξεκινώντας από τις ζωοτροφές.

Πρόκειται για την πρώτη συστηματική καταγραφή της παρουσίας αφλατοξίνης Μ1 στο αγελαδινό γάλα στην Κυπριακή Δημοκρατία. Η μελέτη με τίτλο «Η παρουσία αφλατοξίνης Μ1 στο αγελαδινό γάλα της Κύπρου σε σχέση με την εποχή και το έτος παραγωγής: Μια πενταετής έρευνα» εκπονήθηκε από τους Αρτέμη Π. Λούππη, Μιχάλη Σ. Κωνσταντίνου και Michael G. Kontominas, σε συνεργασία με το Εργαστήριο Χημείας Τροφίμων του Τμήματος Χημείας του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων, και δημοσιεύθηκε τον περασμένο μήνα στο επιστημονικό περιοδικό Foods. Για τις ανάγκες της αναλύθηκαν 1.197 δείγματα νωπού αγελαδινού γάλακτος που συλλέχθηκαν στην Κύπρο από το 2021 μέχρι το 2025.

Τι είναι η αφλατοξίνη

Η αφλατοξίνη Μ1 δεν αποτελεί ουσία που δημιουργείται από το ίδιο το γάλα. Η παρουσία της συνδέεται με τις αφλατοξίνες που μπορεί να αναπτυχθούν στις ζωοτροφές. Οι αφλατοξίνες είναι ουσίες που παράγονται από συγκεκριμένα είδη μυκήτων, οι οποίοι μπορούν να αναπτυχθούν, μεταξύ άλλων, σε δημητριακά και ζωοτροφές. Παράγοντες όπως η θερμοκρασία, η υγρασία αλλά και οι συνθήκες αποθήκευσης μπορούν να επηρεάσουν την ανάπτυξή τους. Στην περίπτωση των γαλακτοπαραγωγών ζώων, όταν μία αγελάδα καταναλώσει ζωοτροφή η οποία περιέχει αφλατοξίνη Β1, μέρος της ουσίας μεταβολίζεται στον οργανισμό της και μετατρέπεται σε αφλατοξίνη Μ1, η οποία στη συνέχεια μπορεί να περάσει στο γάλα. Πρόκειται για ουσία για την οποία έχουν καθοριστεί αυστηρά όρια λόγω της γονοτοξικής και καρκινογόνου δράσης της, με το ανώτατο επιτρεπόμενο όριο στην Ευρωπαϊκή Ένωση για το γάλα να βρίσκεται στα 50 ng/kg. Ακριβώς γι' αυτό η παρακολούθησή της δεν περιορίζεται στο τελικό προϊόν, αλλά συνδέεται άμεσα με τον έλεγχο όσων προηγούνται στην αλυσίδα παραγωγής.

Μόλις δύο υπερβάσεις

Η μελέτη εξέτασε δείγματα νωπού αγελαδινού γάλακτος από γαλακτοπαραγωγικές μονάδες σε ολόκληρη την Κυπριακή Δημοκρατία, και συγκεκριμένα στις επαρχίες Λευκωσίας, Λάρνακας, Λεμεσού και Πάφου. Η συλλογή έγινε από τον Ιανουάριο του 2021 μέχρι τον Δεκέμβριο του 2025, στο πλαίσιο προγραμμάτων τακτικής παρακολούθησης.

Από τα 1.197 δείγματα, στα 633, δηλαδή στο 52,9%, η αφλατοξίνη Μ1 βρισκόταν κάτω από το όριο ανίχνευσης. Σε άλλα 284 δείγματα, ποσοστό 23,7%, εντοπίστηκαν ίχνη σε τόσο χαμηλά επίπεδα ώστε να μην μπορούν να ποσοτικοποιηθούν με την απαιτούμενη αναλυτική ακρίβεια. Μετρήσιμες συγκεντρώσεις από 10 μέχρι 50 ng/kg καταγράφηκαν σε 278 δείγματα, ή ποσοστό 23,2%. Πρόκειται, δηλαδή, για περίπου ένα στα τέσσερα δείγματα, χωρίς όμως οι συγκεκριμένες συγκεντρώσεις να υπερβαίνουν το όριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Πάνω από τα 50 ng/kg βρέθηκαν σε μόλις δύο από τα 1.197 δείγματα.

Όπως αναφέρει στον «Π» ο δρ Αρτέμης Λούππης, χημικός Τροφίμων και εκ των συγγραφέων της μελέτης, «τα αποτελέσματα της μελέτης είναι συνολικά ενθαρρυντικά για τον καταναλωτή». Εξηγεί ότι, παρά το γεγονός ότι περίπου το ένα τέταρτο των δειγμάτων περιείχε μετρήσιμες συγκεντρώσεις αφλατοξίνης Μ1, σχεδόν όλες βρίσκονταν σημαντικά χαμηλότερα από το ανώτατο επιτρεπόμενο όριο. «Το εύρημα αυτό δείχνει ότι η παρουσία της αφλατοξίνης Μ1 μπορεί να εμφανίζεται περιστασιακά, καθώς συνδέεται με τη μόλυνση των ζωοτροφών από την αφλατοξίνη Β1, όμως η συνολική εικόνα της κυπριακής παραγωγής νωπού αγελαδινού γάλακτος είναι συμβατή με καλό επίπεδο συμμόρφωσης προς τα ευρωπαϊκά πρότυπα ασφάλειας τροφίμων», σημειώνει. Προσθέτει, δε, ότι σε σύγκριση με αρκετές χώρες που περιλαμβάνονται στη διεθνή βιβλιογραφία η Κύπρος εμφανίζει πολύ χαμηλό ποσοστό μη συμμορφούμενων δειγμάτων.

Γιατί ξεχωρίζουν τα παιδιά

Πέρα από το κατά πόσον τα δείγματα βρίσκονταν εντός των νομοθετικών ορίων, οι ερευνητές επιχείρησαν να αξιολογήσουν και την έκθεση του κυπριακού πληθυσμού στην αφλατοξίνη Μ1 μέσω της κατανάλωσης γάλακτος. Και σε αυτήν την ανάλυση είναι τα παιδιά που ξεχωρίζουν.

Τα παιδιά καταναλώνουν μεγαλύτερη ποσότητα γάλακτος σε σχέση με το σωματικό τους βάρος συγκριτικά με έναν ενήλικα. Ως αποτέλεσμα, η ποσότητα της ουσίας στην οποία εκτιμάται ότι εκτίθενται ανά κιλό σωματικού βάρους είναι μεγαλύτερη.

Η μελέτη χρησιμοποίησε, μεταξύ άλλων, τον λεγόμενο Margin of Exposure (MoE), έναν δείκτη που χρησιμοποιείται στην αξιολόγηση της έκθεσης σε γονοτοξικές και καρκινογόνες ουσίες. Όσο μεγαλύτερη είναι η απόσταση από τα επίπεδα στα οποία παρατηρούνται επιβλαβείς επιδράσεις, τόσο μικρότερη θεωρείται η ανησυχία από πλευράς δημόσιας υγείας.

Για τους άνδρες ο δείκτης υπολογίστηκε στις 15.385 και για τις γυναίκες στις 12.903, δηλαδή πάνω από το σημείο αναφοράς των 10.000. Για τα παιδιά υπολογίστηκε στις 6.557. Το αποτέλεσμα αυτό δεν σημαίνει ότι τα παιδιά πρέπει να περιορίσουν ή να σταματήσουν να καταναλώνουν γάλα. Όπως διευκρινίζει ο δρ Λούππης, «δεν προκύπτει ανάγκη αλλαγής των διατροφικών συστάσεων για την κατανάλωση γάλακτος». Δείχνει, όμως, σύμφωνα με τους ερευνητές, ποια πληθυσμιακή ομάδα απαιτεί τη μεγαλύτερη προσοχή κατά τη μελλοντική παρακολούθηση. «Η αξιολόγηση επικινδυνότητας που πραγματοποιήσαμε έδειξε ότι τα παιδιά αποτελούν την ομάδα με τη μεγαλύτερη έκθεση, κυρίως επειδή καταναλώνουν μεγαλύτερες ποσότητες γάλακτος σε σχέση με το σωματικό τους βάρος», εξηγεί ο δρ Λούππης.

Το κλειδί στις ζωοτροφές

Η απάντηση, επομένως, δεν βρίσκεται στην αλλαγή των συνηθειών του καταναλωτή αλλά στην προσπάθεια να περιορίζεται η αφλατοξίνη προτού φτάσει στο γάλα. «Η πρόληψη στο επίπεδο της ζωοτροφής αποτελεί το αποτελεσματικότερο μέτρο για τη μείωση της έκθεσης όλων των καταναλωτών, και ιδιαίτερα των παιδιών», τονίζει ο δρ Λούππης. Η μελέτη εντόπισε, παράλληλα, διαφορές ανάλογα με την εποχή. Η υψηλότερη μέση συγκέντρωση AFM1 καταγράφηκε τον χειμώνα, στα 7,34 ng/kg, έναντι 6,86 την άνοιξη, 6,43 το καλοκαίρι και 5,36 το φθινόπωρο.

Οι ερευνητές σημειώνουν ότι οι εποχικές μεταβολές ενδέχεται να σχετίζονται με τις διαφορετικές πρακτικές διατροφής των ζώων και τις κλιματικές συνθήκες που επηρεάζουν την ανάπτυξη μυκήτων στις ζωοτροφές. Τονίζουν, ωστόσο, ότι στη συγκεκριμένη έρευνα δεν συλλέχθηκαν δείγματα ζωοτροφών ή δεδομένα για τις συνθήκες αποθήκευσης, τη θερμοκρασία και την υγρασία στις μονάδες. Συνεπώς, οι παράγοντες αυτοί καταγράφονται ως πιθανές εξηγήσεις και όχι ως αποδεδειγμένη αιτία των διαφορών. Διακυμάνσεις παρατηρήθηκαν και μεταξύ των πέντε ετών, στοιχείο που, σύμφωνα με τη μελέτη, ενισχύει την ανάγκη συνεχούς παρακολούθησης αντί ενός ελέγχου που θα αποτύπωνε την εικόνα μόνο μιας συγκεκριμένης χρονικής περιόδου.

Επόμενο βήμα τα γαλακτοκομικά

Για τον δρα Λούππη, τα ευρήματα δεν δικαιολογούν ανησυχία στους καταναλωτές, αλλά επιβεβαιώνουν την αξία της συστηματικής παρακολούθησης ώστε να διατηρηθεί το υψηλό επίπεδο ασφάλειας. Η σύσταση αφορά ελέγχους σε ολόκληρη την αλυσίδα, «από τις ζωοτροφές μέχρι το τελικό γάλα», ώστε πιθανές μεταβολές να εντοπίζονται έγκαιρα. Η συγκεκριμένη έρευνα περιορίστηκε στο νωπό αγελαδινό γάλα και, επομένως, δεν αποτυπώνει τη συνολική έκθεση των καταναλωτών στην αφλατοξίνη Μ1 από όλα τα γαλακτοκομικά προϊόντα. «Μελλοντικές έρευνες θα ήταν χρήσιμο να επεκταθούν και σε άλλα γαλακτοκομικά προϊόντα, όπως το τυρί και το γιαούρτι, ώστε να υπάρχει πληρέστερη εικόνα της συνολικής έκθεσης των Κύπριων καταναλωτών στην αφλατοξίνη Μ1», επισημαίνει ο δρ Λούππης.

ΤΑ ΑΚΙΝΗΤΑ ΤΗΣ ΕΒΔΟΜΑΔΑΣ

Λογότυπο Altamira

Πολιτική Δημοσίευσης Σχολίων

Οι ιδιοκτήτες της ιστοσελίδας www.politis.com.cy διατηρούν το δικαίωμα να αφαιρούν σχόλια αναγνωστών, δυσφημιστικού και/ή υβριστικού περιεχομένου, ή/και σχόλια που μπορούν να εκληφθεί ότι υποκινούν το μίσος/τον ρατσισμό ή που παραβιάζουν οποιαδήποτε άλλη νομοθεσία. Οι συντάκτες των σχολίων αυτών ευθύνονται προσωπικά για την δημοσίευση τους. Αν κάποιος αναγνώστης/συντάκτης σχολίου, το οποίο αφαιρείται, θεωρεί ότι έχει στοιχεία που αποδεικνύουν το αληθές του περιεχομένου του, μπορεί να τα αποστείλει στην διεύθυνση της ιστοσελίδας για να διερευνηθούν. Προτρέπουμε τους αναγνώστες μας να κάνουν report / flag σχόλια που πιστεύουν ότι παραβιάζουν τους πιο πάνω κανόνες. Σχόλια που περιέχουν URL / links σε οποιαδήποτε σελίδα, δεν δημοσιεύονται αυτόματα.