Ανησυχία προκαλούν τα νεότερα επιδημιολογικά δεδομένα για τον παιδικό και εφηβικό καρκίνο στην Κύπρο, λόγω της σημαντικής αύξησης που καταγράφεται την τελευταία δεκαετία. Η αύξηση που καταγράφεται στην Κύπρο φαίνεται, μάλιστα, να είναι εντονότερη από την αντίστοιχη πορεία άλλων ευρωπαϊκών χωρών. Το ερώτημα που προκύπτει είναι τι βρίσκεται πίσω από αυτή την εικόνα. Απάντηση, ωστόσο, δεν μπορεί να δοθεί με τα σημερινά δεδομένα, καθώς στην Κύπρο δεν υπάρχει σύστημα συστηματικής παρακολούθησης των περιβαλλοντικών, συμπεριφορικών και μεταβολικών παραγόντων στους οποίους εκτίθενται τα παιδιά. Με λίγα λόγια, τα περιστατικά αυξάνονται, αλλά δεν υπάρχουν οι πληροφορίες που απαιτούνται για να εξηγηθεί με ακρίβεια το γιατί.
Πάνω από τον μέσο όρο
Τα πιο πρόσφατα συγκρίσιμα στοιχεία για την Κύπρο περιλαμβάνονται στο Προφίλ Καρκίνου της χώρας για το 2025, το οποίο εκπονήθηκε από τον Οργανισμό Οικονομικής Συνεργασίας και Ανάπτυξης και την Ευρωπαϊκή Επιτροπή. Σύμφωνα με τις εκτιμήσεις για το 2022, στην Κύπρο διαγνώστηκαν με καρκίνο 22 παιδιά ηλικίας έως 14 ετών. Η επίπτωση υπολογίστηκε στα 15 περιστατικά ανά 100.000 παιδιά, έναντι 13,7 περιστατικών ανά 100.000 στον μέσο όρο της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Η Κύπρος βρισκόταν, συνεπώς, περίπου 10% πάνω από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο. Τα στοιχεία του 2022 αποτελούν εκτιμήσεις βασισμένες στις διαθέσιμες καταγραφές και στις τάσεις προηγούμενων ετών και όχι τελικό αριθμό περιστατικών που καταγράφηκαν κατά το συγκεκριμένο έτος.
Η λευχαιμία αποτελούσε τη συχνότερη μορφή παιδικού καρκίνου, με ποσοστό περίπου 36% επί του συνόλου και δείκτη 5,4 περιστατικών ανά 100.000 παιδιά. Ακολουθούσαν οι όγκοι του εγκεφάλου και του κεντρικού νευρικού συστήματος, με 4,1 περιστατικά ανά 100.000 και ποσοστό 27%, και τα λεμφώματα, με 2,8 περιστατικά ανά 100.000 και ποσοστό 19%.
Ελαφρώς υψηλότερη από τον μέσο όρο της ΕΕ υπολογίστηκε και η θνησιμότητα από παιδικό καρκίνο, η οποία στην Κύπρο ανερχόταν σε 2,3 θανάτους ανά 100.000 παιδιά, έναντι 2,1 ανά 100.000 στην Ευρωπαϊκή Ένωση.
Ελαφρώς υψηλότερη από τον μέσο όρο της ΕΕ υπολογίστηκε και η θνησιμότητα από παιδικό καρκίνο στην Κύπρο
Υψηλή επίπτωση εδώ και χρόνια
Η υψηλή συχνότητα του παιδικού και εφηβικού καρκίνου στην Κύπρο δεν αποτελεί καινούργια διαπίστωση. Η πρώτη ολοκληρωμένη πληθυσμιακή μελέτη, η οποία βασίστηκε στο Κυπριακό Αρχείο Παιδιατρικού Καρκίνου και κάλυψε την περίοδο 1998-2017, είχε κατατάξει την Κύπρο ανάμεσα στις χώρες με τους υψηλότερους δείκτες διεθνώς. Για όλες τις μορφές καρκίνου μαζί, η προτυποποιημένη επίπτωση σε παιδιά και εφήβους ηλικίας μέχρι 19 ετών είχε υπολογιστεί στα 203,5 περιστατικά ανά εκατομμύριο πληθυσμού. Μεταξύ των χωρών με τις οποίες έγινε σύγκριση, υψηλότερους δείκτες παρουσίαζαν μόνο η Ιταλία και το Βέλγιο. Συχνότερη μορφή ήταν και τότε η λευχαιμία, ενώ ακολουθούσαν τα λεμφώματα, τα επιθηλιακά νεοπλάσματα και οι όγκοι του κεντρικού νευρικού συστήματος. Η συγκεκριμένη μελέτη δεν είχε εντοπίσει στατιστικά σημαντική διαχρονική αύξηση στο σύνολο των παιδικών και εφηβικών καρκίνων. Είχε, όμως, καταγράψει έντονη αυξητική τάση στον καρκίνο του θυρεοειδούς, κυρίως μεταξύ κοριτσιών και εφήβων ηλικίας 15-19 ετών. Συνολικά είχαν εντοπιστεί 81 περιστατικά κατά την περίοδο 1998-2017, με την επίπτωση στην Κύπρο να συγκαταλέγεται στις υψηλότερες διεθνώς.
«Δεν μπορούμε να απαντήσουμε»
Όπως αναφέρει ο καθηγητής Περιβαλλοντικής Υγείας και διευθυντής του Διεθνούς Ινστιτούτου Κύπρου για την Περιβαλλοντική και Δημόσια Υγεία/Σχολή Επιστημών Υγείας, Τεχνολογικό Πανεπιστήμιο Κύπρου(ΤΕΠΑΚ), Κωνσταντίνος Μακρής, τα στοιχεία που δημοσιοποιήθηκαν από τον Διεθνή Οργανισμό Έρευνας για τον Καρκίνο, του Παγκόσμιου Οργανισμού Υγείας, δείχνουν ότι τα νέα περιστατικά παιδικού καρκίνου στην Κύπρο παρουσιάζουν σημαντική αύξηση κατά την τελευταία δεκαετία.
«Το ερώτημα γιατί τα νέα περιστατικά αυξάνονται στην Κύπρο δυσανάλογα σε σχέση με άλλες ευρωπαϊκές χώρες, δεν μπορεί να απαντηθεί με ακρίβεια», επισημαίνει. Όπως εξηγεί, ο βασικός λόγος είναι η απουσία παραγωγής και συστηματικής συλλογής σχετικών δεδομένων, ιδιαίτερα για τις μικρότερες ηλικίες.
Στην Κύπρο, σημειώνει, δεν υπάρχει σύστημα επιτήρησης των κλασικών αλλά και των αναδυόμενων παραγόντων κινδύνου που ενδέχεται να συνδέονται με την καρκινογένεση. Ένα τέτοιο σύστημα θα επέτρεπε τη διαχρονική παρακολούθηση των εκθέσεων των παιδιών και τη διερεύνηση πιθανών συσχετισμών με την εμφάνιση καρκίνου. Μεταξύ των παραγόντων που πρέπει να παρακολουθούνται, περιλαμβάνονται ο υψηλός δείκτης μάζας σώματος, η κακή διατροφή, το κάπνισμα, η ατμοσφαιρική ρύπανση και η έκθεση σε χημικές ουσίες, όπως τα φυτοφάρμακα. Διευκρινίζει, ωστόσο, ότι δεν υπάρχει σήμερα τεκμηρίωση που να επιτρέπει να αποδοθεί η αύξηση στην Κύπρο σε έναν συγκεκριμένο παράγοντα, καθώς είναι πιθανό να εμπλέκονται άγνωστες εκθέσεις ή συνδυασμός διαφορετικών παραγόντων.
Το «εκθεσίωμα» των παιδιών
Ο κ. Μακρής τονίζει ότι ιδιαίτερη σημασία πρέπει να δοθεί σε κρίσιμες περιόδους ευαλωτότητας, όπως η σύλληψη, η εγκυμοσύνη και η παιδική ηλικία. Η διερεύνηση, όπως αναφέρει, θα πρέπει να επικεντρωθεί στο «εκθεσίωμα» των παιδιών, δηλαδή στο σύνολο των μη γενετικών παραγόντων στους οποίους εκτίθεται ένα άτομο κατά τη διάρκεια της ζωής του. «Τα γονίδια δεν μπορούν εύκολα να αλλάξουν μέσα σε δέκα χρόνια», αναφέρει, προσθέτοντας ότι η βελτίωση των διαγνωστικών μεθόδων μπορεί να εξηγεί μέρος της αύξησης των διαγνώσεων, χωρίς όμως να αρκεί για να απαντήσει σε όλα τα ερωτήματα που προκύπτουν. Κατά τον ίδιο, απαιτείται η δημιουργία ενός συστήματος που θα συλλέγει αξιόπιστα προοπτικά δεδομένα για το καθημερινό περιβάλλον, τις συνήθειες, τη διατροφή, τις κοινωνικές συνθήκες και τις εκθέσεις των παιδιών. «Μελετώντας με λεπτομέρεια το 'εκθεσίωμα' των παιδιών, θα μπορέσουμε να κατανοήσουμε καλύτερα την πολυπαραγοντική φύση του παιδικού καρκίνου και να εξετάσουμε γιατί κάποια παιδιά εμφανίζουν καρκίνο ενώ άλλα όχι», σημειώνει.






