Η πολιτική για το νερό στην Κύπρο είναι κατακερματισμένη μεταξύ της υδροδότησης, των διαρροών, της επαναχρησιμοποίησης, της τιμολόγησης, της χρηματοδότησης των υποδομών, της γεωργίας και της προστασίας του περιβάλλοντος, χωρίς ένα ενιαίο μακροπρόθεσμο πλαίσιο με σαφή λογοδοσία. Αυτό το πρόβλημα και συγχρόνως πρόκληση για τη χώρα, η οποία είναι ενώπιον των συνέεπειών της παρατεταμένης ανομβρίας, της κλιματικής αλλαγής και της αυξανόμενης ζήτησης νερού, ήταν το αντικείμενο συζήτησης σε ένα πάνελ ειδικών, την περασμένη Τρίτη, στο πλαίσιο του Cyprus Forum στη Λευκωσία.
Σκοπός ήταν να εξεταστεί η σκοπιμότητα μιας εθνικής στρατηγικής διάρκειας 15-25 ετών και να καθοριστούν το θεσμικό πλαίσιο, οι στόχοι, η χρηματοδότηση και οι μηχανισμοί δημόσιας λογοδοσίας που απαιτούνται για την εφαρμογή της, υπό τη σκιά της πολυετούς ξηρασίας και άλλων πιέσεων, όπως η αύξηση του πληθυσμού, αλλά και οι ανάγκες του τουρισμού και της γεωργίας, πιέσεις οι οποίες έχουν αναδείξει τα όρια των υφιστάμενων υποδομών. Δίνοντας τροφή στη συζήτηση, ο συντονιστής Ανδρέας Καζαμίας, σύμβουλος διοικητικού συμβουλίου του Morphosis και διεθνής σύμβουλος Διοίκησης, υπογράμμισε ότι απαιτείται μια ενιαία προσέγγιση που να καλύπτει την παραγωγή, τη διανομή, τη χρήση και την επαναχρησιμοποίηση του νερού.
Η μεγαλύτερη αδυναμία
Όλοι οι ομιλητές συμφώνησαν με τη θεμελιώδη φιλοσοφία της στρατηγικής που έχει χαράξει και αρχίσει να υλοποιεί το Τμήμα Αναπτύξεως Υδάτων (ΤΑΥ), δηλαδή ότι καμία μεμονωμένη λύση δεν αρκεί, η αντιμετώπιση του υδατικού προβλήματος απαιτεί συνδυασμό αφαλάτωσης, επαναχρησιμοποίησης νερού, μείωσης διαρροών και αξιοποίησης ομβρίων. Ωστόσο διαφάνηκε ότι η μεγαλύτερη αδυναμία του συστήματος είναι το θεσμικό πλαίσιο και ο κατακερματισμός αρμοδιοτήτων. Τονίστηκε η ανάγκη ενός καλύτερου συντονισμού όλων των αρμόδιων φορέων μέσω μιας ενιαίας εθνικής στρατηγικής για το νερό.
Στην παρέμβασή του, ο τέως πρόεδρος της Επιτροπής Περιβάλλοντος της Βουλής, Χαράλαμπος Θεοπέμπτου, υποστήριξε ότι το μεγαλύτερο πρόβλημα είναι η έλλειψη ολοκληρωμένης στρατηγικής και συντονισμού. Μεταξύ άλλων, τόνισε ότι δεν αξιοποιείται το βρόχινο νερό των οικιών, ώστε να αξιοποιείται σε κήπους και αποχωρητήρια, δεν υπάρχει οργανωμένη συλλογή ομβρίων των δρόμων για εμπλουτισμό των υδροφορέων, δεν υπάρχουν επαρκείς υποδομές αποθήκευσης ανακυκλωμένου νερού, ενώ πολλοί φορείς, όπως το Υπουργείο Εσωτερικών, έχουν αρμοδιότητες χωρίς συντονισμό με το Τμήμα Αναπτύξεως Υδάτων του Υπουργείου Γεωργίας, διερωτώμενος γιατί κατά τις διαδικασίες αδειοδότησης μίας ανάπτυξης δεν έχει τεθεί μέχρι σήμερα ως προϋπόθεση και η μελέτη αξιοποίησης του νερού της βροχής. «Για παράδειγμα, αν εξετάσετε τα σπίτια στην Ιρλανδία, θα δείτε πώς αξιοποιείται το βρόχινο νερό. Εδώ όμως υπάρχουν παράγοντες που λειτουργούν εις βάρος μας και το σύστημα που έχουμε αναπτύξει δεν βοηθά όσο θα έπρεπε», ανέφερε ο κ. Θεοπέμπτου.
Τέσσερις οντότητες
Μία στρατηγική για το νερό, πρέπει να περνά μέσα από τον συντονισμό τεσσάρων οντοτήτων, τόνισε από την πλευρά του ο δρ Tedd Moya Mose (Ηνωμένο Βασίλειο), νομικός με ειδικότητα στην κλιματική πολιτική, τη βιώσιμη χρηματοδότηση, τη δίκαιη μετάβαση και το ενεργειακό δίκαιο. «Πρώτον, της κυβέρνησης. Δεύτερον, του ιδιωτικού τομέα - εάν το σύστημα διακυβέρνησης είναι σαφές μειώνεται ο επενδυτικός κίνδυνος και έτσι υπάρχει συμμετοχή του ιδιωτικού τομέα. Το τρίτο στοιχείο είναι οι αναπτυξιακοί εταίροι. Και τέλος, οι τοπικές αρχές πρέπει να συμμετέχουν, διότι, αν εξετάσετε το τοπικό επίπεδο, είναι αυτές που καθορίζουν τις χρήσεις γης, τη διαχείριση αποβλήτων, τη διαχείριση λυμάτων κ.τλ.», ανέφερε.
Την ίδια ώρα εξέφρασε την άποψη ότι η σχέση της Κύπρου με τη θάλασσα πρέπει να είναι διαφορετική. «Πρώτον, λιγότερο γλυκό νερό πρέπει να καταλήγει στη θάλασσα και, δεύτερον, λιγότερη άλμη από την αφαλάτωση ή άλλες διαδικασίες πρέπει να απορρίπτεται εκεί. Σε έναν τόπο όπως αυτός, όπου η αναλογία τουριστών προς μόνιμους κατοίκους είναι τρεις προς έναν, πιστεύω ότι ιδιαίτερα ο ξενοδοχειακός τομέας και η γεωργία είναι τομείς στους οποίους πρέπει να δοθεί έμφαση, ειδικά εάν θέλετε να συμμορφωθείτε με τις απαιτήσεις της Ευρωπαϊκής Ένωσης», τόνισε ο δρ Mose.
Εις βάρος της επάρκειας
Χρησιμοποιώντας ως παράδειγμα την ευρύτερη περιοχή Λακατάμιας και Δυτικής Λευκωσίας, όπου η έντονη οικιστική ανάπτυξη αυξάνει διαρκώς τη ζήτηση νερού (εκτιμάται ότι θα φθάσει τα 14.000 κυβικά μέτρα νερού ημερησίως μέσα στην επόμενη πενταετία, υπερβαίνοντας τις δυνατότητες του υφιστάμενου συστήματος του ΤΑΥ, που παρέχει 12.000 κυβικά μέτρα νερού ημερησίως), με αποτέλεσμα μέσα στα επόμενα πέντε ή έξι χρόνια να υπάρξει σοβαρή έλλειψη νερού στην περιοχή αυτή, ο πρόεδρος του ΕΟΑ Λευκωσίας, Κωνσταντίνος Γιωρκάτζης, ανέφερε ότι δεν υπάρχει στρατηγικός συντονισμός μεταξύ των αρμόδιων φορέων για τη δημιουργία υδατικών έργων. «Δεν υπάρχει ευθυγράμμιση μεταξύ των επενδύσεων που πρέπει να πραγματοποιήσει το Τμήμα Αναπτύξεως Υδάτων και των οικιστικών επενδύσεων του ιδιωτικού τομέα, που το Υπουργείο Εσωτερικών γνωρίζει ότι βρίσκονται σε εξέλιξη, ούτε λαμβάνονται υπόψη οι αυξήσεις του πληθυσμού σε συγκεκριμένες περιοχές», εξήγησε.
Ενιαίος φορέας
Την ίδια ώρα πρότεινε τη δημιουργία ενός Ενιαίου Φορέα Διαχείρισης Υδάτων. Θα πρέπει να παρακολουθεί, είπε, συνολικά το υδατικό ισοζύγιο της χώρας, να συντονίζει όλους τους εμπλεκόμενους οργανισμούς και να διαμορφώνει πολιτικές που να βασίζονται σε επιστημονικά δεδομένα και στις πραγματικές ανάγκες κάθε περιοχής. Παράλληλα, θα μπορεί να εντάξει σε έναν ενιαίο σχεδιασμό τα φράγματα, τις μονάδες αφαλάτωσης, τα δίκτυα ύδρευσης, την επαναχρησιμοποίηση ανακυκλωμένου νερού, τη διαχείριση των όμβριων υδάτων, την προστασία των υπόγειων υδροφορέων και τη διαμόρφωση τιμολογιακής πολιτικής που να προστατεύει το μέσο νοικοκυριό και τις ευάλωτες ομάδες, αποθαρρύνοντας την αχρείαστη κατανάλωση. Σύμφωνα με τον κ. Γιωρκάτζη, η διάκριση μεταξύ του φορέα παραγωγής νερού και του φορέα που θα έχει την ευθύνη της συνολικής διαχείρισης του υδατικού ισοζυγίου θα ενισχύσει τη διαφάνεια, τη λογοδοσία και την αποτελεσματικότητα στη λήψη αποφάσεων.
«Ένα πολύ καλό παράδειγμα: Είμαι πρόεδρος ενός ΕΟΑ και θέλω να μειώσω τις διαρροές, οι οποίες σήμερα βρίσκονται κάτω από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο. Την ίδια ώρα, το ΤΑΥ θέλει να παράγει περισσότερο νερό. Αν υπάρχουν διαθέσιμα €10 εκατ. ποιος αποφασίζει πού θα επενδυθούν, δηλαδή ποια είναι η πιο αποδοτική επιλογή; Το ερώτημα είναι απλό: Ποιος θα αποφασίσει αν είναι προτιμότερο να επενδύσουμε τα χρήματα για να μειώσουμε τις διαρροές του δικτύου μας από το 22% στο 15%, ή αν πρέπει να παραχθεί περισσότερο νερό για να καλυφθεί αυτή η ποσότητα; Κανείς δεν διενεργεί αυτή την ανάλυση σήμερα και γι' αυτό δεν λαμβάνουμε τις βέλτιστες αποφάσεις», είπε.
Εναλλακτικές λύσεις
Ο Αλέξανδρος Στεφανάκης, επίκουρος καθηγητής στη Σχολή Χημικών και Περιβαλλοντικών Μηχανικών του Πολυτεχνείου Κρήτης, εστίασε στις εναλλακτικές και βιώσιμες λύσεις. Βασικές θέσεις του ήταν ότι το ανακυκλωμένο νερό και τα όμβρια ύδατα πρέπει να θεωρούνται νέες πηγές νερού, η ανάγκη για συνδυασμό κεντρικών και αποκεντρωμένων συστημάτων επεξεργασίας λυμάτων, η προσαρμογή ανάλογα με τη χρήση της απαιτούμενης ποιότητας του νερού, η αναγκαιότητα για εφαρμογή αρχών κυκλικής οικονομίας και η αντιμετώπιση πλημμυρών, λειψυδρίας και υποβάθμισης οικοσυστημάτων μέσα από λύσεις βασισμένες στη φύση. Μάλιστα, παρουσίασε παραδείγματα από χώρες όπως η Αυστραλία, οι ΗΠΑ, η Τσεχία και το Μεξικό, δείχνοντας ότι η επαναχρησιμοποίηση υδάτων μπορεί να εφαρμοστεί σε διαφορετικές κλίμακες και περιβάλλοντα.
Οι στρατηγική του ΤΑΥ μέσα από τέσσερις πυλώνες
Η διευθύντρια του τμήματος Αναπτύξεως Υδάτων, Ηλιάνα Τόφα-Χριστίδου, παρουσίασε το όραμα για ένα σύστημα που θα διασφαλίζει αξιόπιστη παροχή νερού, βιωσιμότητα, προσιτό κόστος και επάρκεια για νοικοκυριά, γεωργία, οικονομία και περιβάλλον. Οι τέσσερις βασικοί πυλώνες της στρατηγικής είναι η διαφοροποίηση των πηγών νερού, η αποτελεσματικότερη χρήση του νερού, η προετοιμασία για περιόδους κρίσης και ξηρασίας, και τέλος λογοδοσία και καλύτερη διακυβέρνηση. Τόνισε ότι οι βροχοπτώσεις δεν μπορούν πλέον να θεωρούνται αξιόπιστη βάση σχεδιασμού και ότι η αφαλάτωση έχει μετατραπεί στον βασικό πυλώνα της υδροδότησης. Προωθείται σημαντική αύξηση της παραγωγικής δυναμικότητας μέσω νέων μονάδων αφαλάτωσης.
Παράλληλα ξεκαθάρισε ότι η αφαλάτωση από μόνη της δεν αρκεί, αλλά απαιτείται επαναχρησιμοποίηση νερού, εξοικονόμηση και μείωση των απωλειών στα δίκτυα. Απαντώντας σε ερώτηση από το κοινό, αναφέρθηκε σε ανάπτυξη μόνιμων μονάδων αφαλάτωσης με χρήση ανανεώσιμων πηγών ενέργειας.
Από την πλευρά του, ο Μιχάλης Μιχαήλ, ανώτερος εκτελεστικός μηχανικός στο Τμήμα Αναπτύξεως Υδάτων, ανέφερε ότι το σχέδιο για τα επόμενα βήματα, που ενέκρινε στις 2 Σεπτεμβρίου το Υπουργικό Συμβούλιο, προβλέπει αύξηση της δυναμικότητας αφαλάτωσης από τα σημερινά περίπου 280.000 κυβικά μέτρα ημερησίως σε 500.000 κυβικά μέτρα ημερησίως. Τέσσερις νέες μόνιμες μονάδες προβλέπεται να προσθέσουν σημαντική επιπρόσθετη δυναμικότητα κατά την περίοδο 2030-2031, ενώ οι κινητές μονάδες θα εξασφαλίσουν ετοιμότητα βραχυπρόθεσμα. Σημείωσε ότι η μελέτη βιωσιμότητας που βρίσκεται υπό εκπόνηση θα αξιολογήσει τόσο την ενεργειακή αποδοτικότητα όσο και τις ανάγκες διατήρησης διαθέσιμων προσωρινών ή κινητών μονάδων.







